Τη παρακάτω επιστολή μας έστειλε ο συγχωριανός μας Γκόγκος Κώστας τον οποίο και ευχαριστούμε θερμά.

Κέρκυρα 12 Μαρτίου 2012
Επιστολή

Σήμερα είναι Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012. Έχω να πάω στα Γιάννενα, είναι η κοπή πίτας από το "ΣΥΛΛΟΓΟ ΠΡΟΣΗΛΙΩΤΩΝ" στο κέντρο Καρβούνης στην Ελεούσα.
Παίρνοντας το καράβι και φτάνοντας στην Ηγουμενίτσα οδικώς μέσω Εγνατίας Οδού, και βγαίνοντας από τη σήραγγα Δωδώνης, αντίκρισα την όμορφη πόλη των Ιωαννίνων, ψηλά το χιονισμένο Μιτσικέλι, παραδίπλα χιονισμένο το Μεγάλο Περιστέρι, και στο βάθος δεξιά η απόκρημνη κορυφή χιονισμένη η "ΣΤΡΟΓΓΟΥΛΑ".
Το απόγευμα της ίδιας μέρας έφτασαν στα Γιάννενα τα αδέρφια Αλέξανδρος και Αντώνης Χάιδας με την μητέρα τους κ. Τζένη από τη Πάτρα. Συναντηθήκαμε στο ρολόι στην κεντρική πλατεία, τακτοποίηση στο ξενοδοχείο και ξεκούραση μετά το κουραστικό ταξίδι τους.
Το βράδυ στις 20:30 ξεκινήσαμε όλοι μαζί για το κέντρο. Φτάνοντας στην είσοδο μας υποδέχτηκαν τα παιδιά του Δ.Σ. του Συλλόγου, χαιρετίσαμε και καθίσαμε στο τραπέζι. Σιγά σιγά ερχόταν και οι χωριανοί μας και το γλέντι άναψε με πλούσιο φαγοπότι και χορό μέχρι πρωίας.
Τα πέρασα θαυμάσια, και του χρόνου.
Συγχαρητήρια στα παιδιά του Δ.Σ. του Συλλόγου για την επιτυχία αυτής της εκδήλωσης, και του χρόνου.
"Ραντεβού στο πανηγύρι στις 26 Ιουλίου της Αγίας Παρασκευής"

Με εκτίμηση ΓΚΟΓΚΟΣ ΚΩΣΤΑΣ






Το παρακάτω άρθρο απέστειλε ο συνεργάτης του site μας Χάιδας Αλέξανδρος τον οποίο και ευχαριστούμε θερμά. Να σημειώσουμε πως επιστολή έχει σταλεί και από τον συγχωριανό μας κ. Γκόγκο η οποία θα αναρτηθεί σύντομα σε ηλεκτρονική μορφή.

 

 

Γιώτα Παρθενίου: Το δωδωναίο ποιητικό γιασεμί των Ιωαννίνων

(συνέντευξη της ποιήτριας στο φιλόλογο Αλέξανδρο Χάιδα)  

 

Ο Μπένγιαμιν, ο ιδιόμορφος αυτός γερμανοεβραίος μαρξιστής συγγραφέας, στη τελευταία πρόταση τού αφορισμού τού Μαλαρμέ θα πει: «όλα  αυτά θα ήταν αλήθεια, αν δεν υπήρχε η ποίηση. Το ποίημα που φιλοσοφικά διορθώνει την ατέλεια των γλωσσών, είναι το ανώτερο  συμπλήρωμά  τους». Ερμηνεύοντας αυτά τα λόγια θα μπορούσα να πω πως εδώ έχουμε να κάνουμε με το δώρο τής ποιητικής σκέψης. Ένα δώρο με το οποίο θαρρώ πως πριμοδότησε η φύση τη Γιώτα Παρθενίου, αποτελώντας το κύριο μέσο επικοινωνίας με τον κόσμο γύρω της. Προς τούτο και η Γιώτα Παρθενίου δε θα μπορούσε να μη γράφει ποίηση. Μέσα από την ποιητική της γραφή τίθενται όχι μόνο προσωπικοί προβληματισμοί, αλλά κυρίως κοινωνικοί, προβάλλουν τόσο διαχρονικά ερωτήματα όσο και αγωνίες. Οι αναζητήσεις της δεν είναι μόνο προσωπικές, αλλά καθολικές. Καλύτερα, όμως, να δούμε τι μας καταθέτει η ίδια η δημιουργός σε μια εκ βαθέων συνέντευξη, αφού, όμως, πρώτα αναφέρουμε λίγα λόγια για τη ζωή και το έργο της.

Η Γ. Παρθενίου γεννήθηκε στο χωριό Μελιγγοί κοντά στην αρχαία Δωδώνη, όπου έζησε τα παιδικά της χρόνια. Ύστερα εγκαταστάθηκε στα Γιάννενα. Σπούδασε Επιστήμες Αγωγής στη σχολή Νηπιαγωγών Καλλιθέας Αθηνών, στο Μαράσλειο Διδασκαλείο & στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε στη Δημόσια Εκπαίδευση ως Νηπιαγωγός & ως Σχολικός Σύμβουλος Προσχολικής Αγωγής, χώρος στον οποίο άφησε ανεξίτηλα σημάδια. Πρωτοποριακή, αεικίνητη, «η παιδαγωγική της ήταν ποίηση», θα πει ο Γ. Δημολιάτης. Δίδαξε Θεατρική Αγωγή στο ΠΤΝ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων 1998-2001. Ποιήματά & ποιητικές συλλογές της μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες (Ιταλική, Ρουμανική, Αλβανική, Πολωνική) & τιμήθηκαν με Ελληνικά & Διεθνή βραβεία: Διεθνές Ειδικό βραβείο Κέντρου κουλτούρας Pelle di Luna της Ρώμης, 1986. Α βραβείο Ποίησης της Πνευματικής Εστίας του Μοσχάτου, 1992. Το 2001 η ποιητική της συλλογή για παιδιά «Μη κρύβεσαι…θα σε βρω» προτάθηκε για τα Λογοτεχνικά βραβεία 2001 του περιοδικού «Διαβάζω». Η Γ. Παρθενίου, θα πει ο Δ. Καραμβάλης, είναι «μια διακριτική και συνεχής παρουσία στην πνευματική ζωή του τόπου της» και «μία από τις καλύτερες σύγχρονες Ελληνίδες ποιήτριες». Είναι Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και υπήρξε Έφορος Εκδόσεων της Εταιρίας Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου από το 2002 έως και το 2009 και αντιπρόεδρος από το 2009 έως το 2010. Σήμερα ζει και εργάζεται στην πόλη των Ιωαννίνων. Έργα της: α) Ποίηση: «Μόρια», (1981) Ιωάννινα: ιδ. έκδοση, «Μη» (1986) Αθήνα: Δωδώνη, «Του φεγγαριού Μπλε» (1994) Αθήνα: Γκοβότσης, «Και το ρούχο πέρα ριγμένο» (2002) Αθήνα: Γκοβότσης, Hai ricevuto le mie lettere? «Πήρες τα γράμματά μου» (2007) Αθήνα: Γαβριηλίδης, Α Moze to ja? Είμαι εγώ; (2008) Poland: Poeticon. β) Βιβλία για παιδιά: «θ’ ανοίξουμε το παράθυρο και φρρ…θα πετάξουμε» (1992) Αθήνα: Καστανιώτης, «Ήταν ένα φεγγαράκι μια φορά» (1999) Ιωάννινα: Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων, «Μη κρύβεσαι…θα σε βρω» (2000) Ιωάννινα: Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων, Mos u fshehte te gjej (2003) Tirane: Mesonjetorja. γ) Κριτικό δοκίμιο: «Προσέγγιση στο Έργο της Ευαγγελίας Παπαχρήστου-Πάνου» (1998)

 

Γιώτα Παρθενίου: Σ’ ευχαριστώ, Αλέξανδρε.

 

Έτσι που να σε γνωρίσω

με τα χέρια. Ξέρεις τα χέρια

Δε λαθεύουνε. Έχουνε

 

μιαν άλλη μνήμη τα χέρια.

 

Αλέξανδρος Χάιδας: Η ποίηση είναι διαλεκτική μεταξύ των ανθρώπων;

Γιώτα Παρθενίου: Σαφώς και είναι. Η ποίηση εμπεριέχει στον πυρήνα της την ανάγκη επικοινωνίας, την ανάγκη να εξωτερικεύσει αλλά και να μοιραστεί ό,τι με κόπο θησαύρισε. Το ποίημα είναι σα να τείνει το χέρι, προσμένοντας σε μιαν ανταπόκριση και μια συνομιλία ουσίας, ερήμην του ποιητή. Ο αναγνώστης και το ποίημα, το ποίημα και ο αναγνώστης. Η ποίηση δεν ολοκληρώνεται, παρά μόνον μέσω του αναγνώστη της, ως δυναμική αλληλεπίδρασης και ως διαλεκτική στο ιστορικό και πνευματικό γίγνεσθαι.

Α.Χ: Ποιος ο φρονηματισμός τής ποίησης τόσο συγχρονικά όσο και διαχρονικά;

Γ.Π.: Αν, φρονηματίζω, σημαίνει κάνω κάποιον συνετό, η ποίηση στη διαχρονική της πορεία έχει χρησιμοποιηθεί ως φρονηματισμός ή ως ηθικός φρονηματισμός αλλά και έχει επικριθεί γι’ αυτή της τη χρησιμοποίηση. Η ποίηση από τους χρόνους της αρχαιότητας είχε μεγάλη σημασία στη ζωή των Ελλήνων, όπως στην παιδεία, δημόσια θεάματα, Ομηρικά έπη, Αρχαίο δράμα, Αριστοτέλης, ποιητική κλπ. Η σημασία της έχει αποτυπωθεί και στην αγγειογραφία. Στα νεότερα χρόνια χρησιμοποιήθηκε επίσης ως ηθικός φρονηματισμός στην αγωγή, σε αναγνώσματα για παιδιά που ήταν αρχικά αναγνώσματα για μεγάλους, μύθους σε ποιητική μορφή, όπως στους μύθους του Αισώπου…Θα έλεγα όμως πως η σύγχρονη ποίηση δεν παγιδεύεται σε κλειστά όρια και περιορισμούς. Αντίθετα, μάλιστα, εξακτινώνεται πολυεδρικά και πολυεπίπεδα σαν αισθητική και συγκινησιακή λειτουργία και τέχνη. Το παιχνίδι της, επώδυνο ή μη, λέξεων, συναισθημάτων, νοημάτων κινεί όλο το είναι, συνειδητό, φαντασιακό, υποσυνείδητο. Την παιδεύει το αίνιγμα της ζωής και του θανάτου, η ανίχνευση της αλήθειας, η εξόρυξη της λέξης, το δέσιμο των λέξεων, το κτίσιμο της μορφής, δηλαδή η τέχνη του ποιητικού λόγου ως συναίσθηση αξίας καλλιτεχνικής.

Α.Χ: Είναι παραμυθία η ποίηση για τους ταπεινωμένους, τους καταδυναστευμένους και τους περιθωριοποιημένους της ζωής μας; Γιατί ο ποιητής συντάσσεται με τον ηττημένο από της ζωής τη βιοπάλη;

Γ.Π.: Η ποίηση εμπεριέχει το στοιχείο παραμυθίας και λειτουργεί ως λύτρωση και ως στήριξη. Είναι καταφυγή, ιδιαίτερα σε δύσκολες ώρες. Ο ποιητής συντάσσεται με τους καταδυναστευμένους και τους περιθωριοποιημένους, γιατί το αγαθό δεν μοιράστηκε ορθά, γιατί δεν αντέχει το άδικο, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ο ποιητής παρατηρεί σε βάθος, κρίνει, οργίζεται, εναντιώνεται, ανθίσταται, τείνει τον ώμο του. Γι’ αυτό προστρέχουμε στην ποίηση. Για να μας λυτρώσει από το αβάσταχτο, για να μας εξυψώσει. Ας θυμηθούμε  τους στίχους του Κωστή Παλαμά: «και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί / να κατρακυλήσεις πιο βαθιά / στου κακού τη σκάλα, / για τ’ ανέβασμα ξανά  που σε καλεί/ θα αισθανθείς να σου φυτρώνουν, ώ χαρά,/ τα φτερά, τα φτερά τα πρωινά σου τα μεγάλα.» ή «Τη ρωμιοσύνη μη την κλαις» του Γ. Ρίτσου. 

Α.Χ: Πιστεύετε πως η έμπνευση στον ποιητή είναι το παν  ή έχει ως συνεπικουρία και άλλους παράγοντες (βιωματικότητα, μνήμη, μόχθο, ατυχίες, σπουδή); Τι συμβαίνει στην ποίησή σας;

Γ.Π.: Η έμπνευση νοείται ως θεία εμπνοή. Δίχως έμπνευση δε γίνεται ποίηση. Γνωρίζουμε πως δόθηκε ως δώρο στον Ησίοδο από τις ίδιες τις μούσες στον Ελικώνα. Αλλά και ο Πλάτων περιγράφει την ποίηση ως θεόπνευστη και ως «την τρέλα των μουσών», στον Ίωνα και στον Φαίδρο.

Όμως η ποίηση δεν πραγματώνεται έξω από τη ζωή και τις εκφάνσεις της, μήτε έξω από τον χώρο της φαντασίας γιατί και η φαντασία είναι κομμάτι της ζωής. Η ζωή είναι εκείνη μέσα στην οποία δουλεύεται ο ποιητής. Καμινεύεται θα έλεγα.

Από ’κει, από τα βιώματα τον αντλεί, από τα παθήματά του, καταστάσεις, γεγονότα, ατομικές και συλλογικές μνήμες, μόχθο, ατυχίες, πείσμα, σπουδή.

Στην ποιητική τέχνη χωρίς τη γνώση εκείνου που προϋπήρξε, χωρίς σπουδή, χωρίς επιρροές και αλληλεπιδράσεις, η ποίηση μένει στάσιμη, δε γίνεται να φέγγει. Μόνη η έμπνευση δεν φτάνει.

Πέραν όλων αυτών θα ήθελα να αναφερθώ και σε μιαν άλλην ανάγκη της ποίησης. Εκείνη του αναχωρητισμού και των σιωπών. Χωρίς τη μοναξιά της ενδοσκόπησης, χωρίς τα σκισμένα ξανά και ξανά χαρτιά της ύπαρξης δε γίνεται ποίηση.

Επανέρχομαι. Την έμπνευση την εύχεσαι. Όλα τα’ άλλα τα μάχεσαι.

Α.Χ: Οι αναμνήσεις του τόπου που γεννηθήκατε ως Δωδωναία ποιήτρια, ποιο ρόλο διαδραμάτισαν στη διαμόρφωση της μέχρι σήμερα ποιητικής σας παραγωγής;

Γ.Π.: Καθοριστικό. Σε όλους μας συμβαίνει να ανατρέχουμε στην παιδική ηλικία. Έζησα ως τα 11 χρόνια μου στον τόπο που γεννήθηκα. Τόπος, κατοικία, οικογένεια, φύση, τρόπος ζωής, ο καθημερινός μόχθος των απλών ανθρώπων, ιστορία, μυθικές παραδόσεις, πρότυπα, αξίες, ο απόηχος του Δημοτικού μας τραγουδιού, η ζωή κι ο θάνατος, εισχωρούν ολούθε, στοιχεία διακριτά στην ποίησή μου.

Εκείνο, όμως, που με διαπέρασε όλη, είναι το ιερό και μαντείο της Δωδώνης. Μεγάλωσα με την αναζήτηση και την ιστορία της αρχαίας Δωδώνης. Φαντάζεστε τη σύλληψη της ιδέας, πριν από ένα ολόκληρο, αρχαίο ελληνικό κόσμο, με την έννοια αναζήτησης και επινόησης του θείου μέσω της Ίδρυσης του Μαντείου της Δωδώνης, τον Δωδωναίο Δία πριν από το Δωδεκάθεο στην τόσο απομακρυσμένη από το κέντρο περιοχή της Ελλοπίας και συνάμα τόσο κοντά στον τόπο που γεννήθηκα;

Η προϊστορία, η ιστορία, ο ρόλος που διαδραμάτισε το ιερό στους χρόνους της Ηπειρωτικής Συμμαχίας και του Κοινού των Ηπειρωτών, πανελλήνια, ως θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο, (Ιερά φηγός, ναοί, λαμπρά οικοδομήματα με τις στοές, τα αγάλματα, τους ανδριάντες, βουλευτήριο, πρυτανείο, αρχαίο θέατρο, Στάδιο, Ακρόπολη, αρχαιολογικοί θησαυροί με τη φαιοπράσινη πάτινα της Δωδώνης)  αλλά και τα Δωδωναία κατά τους νεώτερους χρόνους, ο αρχαίος λόγος στο θέατρο κάθε καλοκαίρι των μεγάλων μας τραγικών, καθόρισαν και τη ζωή και την ποίησή μου και, θαρρώ, ρίζωσα στις αρχαίες πέτρες της Δωδώνης.

Χρόνια τώρα ψάχνω την ιστορία της, τη μελετώ, στα χαρτιά και στα μουσεία «Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Υπηρεσίας» και στα δύο Αρχαιολογικά Μουσεία Ιωαννίνων και Αθηνών.

Α.Χ: Μπορείτε να προσδιορίσετε όρους, όπως ανάμνηση, νοσταλγία, μαχητικότητα, ανεξαρτησία, περηφάνια, όραμα, μέσα στην ποίησή σας;

Γ.Π.: Αυτό θα μπορούσε να το πει ο αναγνώστης. Η ίδια πιστεύω πως σε κάθε ποιητή ανιχνεύονται τέτοια στοιχεία, το ίδιο συμβαίνει και με την ποίησή μου.

Μνήμη και νοσταλγία, λοιπόν.

Έ, κυρά των αμπελιών

μ’ ένα βαθύ ίσκιο ξεδίψασες

μ’ ένα πλατύ ψαθί

κι ένα τσαμπί βατόμουρα.

Η περηφάνια, συλλογική περηφάνια.

Σήκω τη φούστα σου

Σήκω το σπαθί σου

Να ιδούνε, τι σημαίνουνε

Μεσολογγίτισσες, τι χρείες.

Και βέβαια χωρίς μαχητικότητα ο ποιητής τι θα ήταν; Ένας ηττημένος ποιητής.

Θα σε κτίσω, ναι θα σε κτίσω.

τα γονατισμένα σπίτια, τα σχισμένα μάγουλα.

Να σε κατοικήσουν.

Να μη σε σταυρώσουν πια, οι βάρβαροι.

Όσον αφορά στο όραμα, με άγγιξε. Αγγιχτήκαμε. Φαίνεται. Άλλως, τι θα ήταν η ποίηση δίχως το όραμα;

 

Α.Χ: Τα ποιήματά σας κατά κοινή ομολογία, είναι εικόνες ζωγραφικής. Συμφωνείτε;

Γ.Π.: Δεν κρύβεται. Οι μελετητές της ποίησής μου και οι κριτικοί έχουν σταθεί σ’ αυτό το χαρακτηριστικό. Αλλά και η ίδια, έχοντας ολοκληρώσει την πρώτη γραφή ενός ποιήματος, αφήνοντάς το όλως απροστάτευτο στη στιλπνή επιφάνεια του γραφείου, το ποίημα προβάλλει μπρος στα μάτια μου την εικόνα, έχοντας αποσπαστεί από το χαρτί, αφού λέξεις και νοήματα λίγες στιγμές πριν, με είχαν ενδεχομένως συντρίψει. Αλλά ας δώσουμε και αισιόδοξους στίχους.

Εζωγράφιζε, έστηνε δέντρα,

Στο νερό της Λίμνης.

Έπαιρνε τα καραβάκια

Τα κρεμνούσε στα κλαδιά.

Φύσηξε ένα κυματάκι

Δέντρα καραβάκια κούνια μπέλα.

Μη, ακούστηκε. και το αγόρι

Πήρε το πουλί κι έφυγε.

Α.Χ.: Πώς νοιώθετε τώρα που η ποίησή σας έχει καταξιωθεί, τώρα που τα ποιήματα σας τυγχάνουν συνεχώς ευμενών σχολίων, εγκωμιαστικών κριτικών, καθώς και μεταφράσεων σε πολλές γλώσσες;

Γ.Π.: Η αξία τού έργου ενός ποιητή δεν αποτιμάται ποτέ με ασφάλεια χωρίς την απόσταση του χρόνου. Ο χρόνος ορίζει και ο χρόνος θα δείξει.

Είναι αλήθεια, πως η ποίηση, μου έχει δώσει πολλές συγκινήσεις. Εκείνες τις πολύ  ιδιωτικές, την ώρα που γράφεται το ποίημα, ενώπιος ενωπίω, εκείνες, του να σου σφίγγουν το χέρι μ’ ένα σου στίχο, εκείνες των μαθημάτων ως καλεσμένης στα σχολεία τους ή των νέων που μπαίνουν στο χώρο της ποίησης και μου μιλούν για το πώς ένοιωσαν διαβάζοντας ποίησή μου.

Έχω μείνει κάποιες φορές, διαβάζοντας κριτική στην ποίηση μου, ως ένα ποίημά μου να ήταν άλλου, τόσο η κριτική με άγγιξε.

Το ταξίδι της μετάφρασης του έργου μου το έχω αισθανθεί απόλυτα και βαθιά. Η συνάντηση της μιας γλώσσας με την άλλη, οι δεσμοί που γεννώνται ανάμεσα σε δύο γλώσσες, αλλά και οι δεσμοί ποιητή, μεταφραστή, γίνονται δεσμοί ζωής, χαράσσονται.

Υπήρξαν στιγμές που ένιωσα ένα στίχο μου σε άλλη γλώσσα, τέτοιον που με ξάφνιασε, πιο δυνατό και από τη μητρική, ωσάν να αναζητούσε από καιρό τη θέση του στην άλλη γλώσσα, όπως στην Ιταλική. Λέξεις από άλλη γη και άλλο ουρανό.

Ήταν μοναδικό αυτό που ένοιωσα στην Νάπολη και στο Πόζναν της Πολωνίας με τους φοιτητές να απαγγέλουν ποίησή μου ή τους πανεπιστημιακούς ξένων πανεπιστημίων να μιλούν για το έργο μου.

Α.Χ.: Αναγνώστες και κριτικοί της Λογοτεχνίας αναφερόμενοι σε συγκεκριμένα έργα ποιητών υποστηρίζουν πως έχουν προβλέψει τη σημερινή, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική κατάσταση. Συμφωνείτε; Αν ναι, σε ποια σημεία φαίνεται αυτό στην ποίησή σας;

Γ.Π.: Ο ποιητής δεν είναι προφήτης. Όμως προβλέπει, όχι ως οιωνοσκόπος εκείνων που έρχονται -εξ ουρανού- αλλά μέσω των σημείων των καιρών, μέσω μιας αλληλουχίας συμβάντων, γεγονότων, ανακατατάξεων, κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών.

Στην ποίησή μου με παίδευαν πάντα γεγονότα που προϊδέαζαν αυτό που θα συνέβαινε και θα σταθώ σ’ ένα μου ποίημα της ποιητικής συλλογής με τίτλο «Μη», Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα, 1986. Γράφονταν πολύ πριν την έκδοση:

Μη, μην απλώνεις τα χέρια

Δεν μπορώ

Τους σταυρούς.

Το Μάιο του 2006 γράφονταν και με πονούσε, αφού όλα εκεί οδηγούσαν το:

Έγερνε οριστικά.

Την κατάπινε ο μινώταυρος.

Που θα την παν;

-Νωτιαίων οστούν-

Κρα, κρα οι κάργες.

 

Α.Χ.: Ο ποιητής πρέπει να διορθώνει δημοσιευμένα ποιήματά του για βελτιωμένη και επαυξημένη έκδοση, να τα «κλειδώνει» στα χρονοντούλαπα ή να τα αφήνει στη «μοίρα τους»;

Γ.Π.: Δύσκολο να πάρω θέση. Μπορώ να μιλήσω μόνον για το πώς η ίδια έχω αισθανθεί. Υπήρξαν στιγμές, εκ των υστέρων βέβαια, που δεν θα ήθελα κάποια ποιήματα μου να είχαν συμπεριληφθεί σε ποιητικές συλλογές. Όμως έγινε, τελείωσε.

Κατά περίεργο τρόπο, δημοσιευμένα ποιήματά μου σε περιοδικά λογοτεχνικά, που εντόπισα αδυναμίες, τα έχω ξαναδεί, έχω επέμβει, έχω προσθέσει έναν στίχο που για καιρό με παίδευε να βρει θέση στη σελίδα. Άβυσσος η ψυχή..

Α.Χ.: Ο ποιητής γεννιέται ή γίνεται;

Γ.Π.: Ο ποιητής, ήδη έχει φανεί, γεννιέται με τη δωρεά της ποίησης, αλλά γίνεται ποιητής με την κατάκτηση της τέχνης της ποιήσεως με τη σπουδή και τη γνώση. Με τη διαρκή αναζήτηση και άσκηση στους δύο πόλους, της ζωής και της τέχνης.

Α.Χ.: Ποια τα μελλοντικά σας σχέδια για επόμενη ποιητική παραγωγή;

Γ.Π.: Υπάρχει ήδη μια μεγάλη απόσταση χρόνου από την έκδοση της προηγούμενης ποιητικής μου συλλογής με τίτλο «Και το ρούχο πέρα ριγμένο», Εκδόσεις Γκοβόστης, Αθήνα, 2002. Προγραμματίζεται και ελπίζω να κυκλοφορήσει κατά τη διάρκεια του 2012 η νέα μου ποιητική συλλογή στην οποία καταχωρούνται ποιήματα που γράφτηκαν την περίοδο 2002 έως σήμερα και λίγα που τα είχα αποκλείσει στην προηγούμενη έκδοση, τα οποία επανέρχονται και επιμένουν να βγουν στο φως.

Έχει επίσης ολοκληρωθεί η μετάφραση στην Αραβική γλώσσα της ποιητικής μου συλλογής για παιδιά με τίτλο: «Μη κρύβεσαι θα σε βρω», Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων, 2000, από τον Παλαιστίνιο Χάλεντ Καμπάνι, μια μετάφραση που με έχει συγκλονίσει με το: «Σεμέλα», και που αναζητεί Εκδότη ευαισθησίας.

Α.Χ.: Ποιο ποίημα ή συλλογή σας θεωρείτε πως σας αυτοπροσδιορίζει;

Γ.Π.: Θα σταθώ σ’ έναν στίχο : «Πήρες τα γράμματα μου;», «Hai ricevuto le mie lettere?» ή στο:

                                Κι όμως έσκαβα

                                Έσκαβα τα χέρια μου

                                Ξανά και ξανά

                                               Άκοπη

 

Ιωάννινα, 25-2-2012

 

 





Το παρακάτω άρθρο απέστειλε ο συνεργάτης του site μας Χάιδας Αλέξανδρος τον οποίο και ευχαριστούμε. 

 

                            
Ο Άρατος, ποιητής του 3ου αιώνα π.Χ., είναι ο πρώτος που στην ποίησή του μας χάρισε τα ονόματα των αστερισμών με το έργο του "Φαινόμενα".

Η ιστορία του διαδραματίζεται στον Κεραμεικό της αρχαίας Αθήνας. Ο ίδιος βιώνει το θάνατο της αγαπημένης του με ένα μεταφυσικό ταξίδι από την κοίτη του Ηριδανού ποταμού προς το έναστρο Σύμπαν. Μέσα σε μια φοβερή καταιγίδα που, βάσει ιστορικών στοιχείων, είχε προκαλέσει στην Αθήνα τρομερές καταστροφές, ο Άρατος βρίσκεται να θρηνεί στον τάφο της αγαπημένης του. Λυγίζει μπροστά στην απώλειά της. Κι ο ίδιος μέσα στην καταιγίδα χάνει ό,τι του 'χει απομείνει στον κόσμο, τα λογικά του. Καθώς οι κεραυνοί πέφτουν, η γη οργισμένη απ' την πλημμύρα φουσκώνει τα νερά του Ηριδανού, ο Άρατος ξεκινά την περιήγησή του στα Άστρα.
Οι περιπέτειές του περιγράφονται σε 24 ραψωδίες. Κάθε ραψωδία κι ένας αστερισμός! Ο δρόμος του Άρατου μέσα στον ποταμό των αστεριών είναι μια άλλη εκδοχή της Ιεράς Οδού κάθε ανθρώπου. Είναι ο δρόμος ο περισσότερο ταξιδεμένος γιατί πολλοί, όπως θα ανακαλύψει, είναι εκείνοι που έχουν χάσει ένα δικό τους αγαπημένο πρόσωπο, όπως κι αυτός. Στο δρόμο τον περισσότερο ταξιδεμένο οι ταξιδευτές αναμετριούνται με τον εαυτό τους κι όσοι βρεθούν να αγαπούν πραγματικά παίρνουν πίσω το αγαπημένο πρόσωπο που έχασαν κερδίζοντας τη γαλήνη.

Αυτό το σύγχρονο και αλλιώτικο για την εποχή μας έπος γράφτηκε για τον αναγνώστη που αρέσκεται στην παρατήρηση του Κόσμου, στον ουράνιο και επίγειο έρωτα, για εκείνους που τολμούν να ερμηνεύουν τα γεγονότα βλέποντας πίσω από τα απατηλά "Φαινόμενα" της καθημερινής μας τρέλας.



Αγια Παρασκευής στο φιλόξενο Προσήλιο

του Αλέξανδρου Κ. Χάιδα, Φιλολόγου

 

 

Δευτέρα πρωί, παραμονή της Αγια Παρασκευής, κοντεύει να ξημερώσει. Ένας τελευταίος έλεγχος στο αυτοκίνητο και ξεκινάμε.  Απαραίτητες στάσεις στο Αντίρριο για βενζίνη, καθώς και στον Καρβασαρά για έναν καφέ στο πόδι. Η διαδρομή ευχάριστη. Η ζέστη υποφερτή. Μετά 2ώρου και μέσω της Ιόνιας οδού κοντοζυγώνουμε στα Γιάννενα. Αριστερά μας και πριν την είσοδο της πόλης, στο ύψος του Μπιζανίου, το ζαχαροπλαστείο Τριανταφύλλου με τα υπέροχα σιροπιαστά. Ακολουθεί η πόλη των Ιωαννίνων, όπου μας περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη. Η τ. σχολική σύμβουλος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και ποιήτρια, Γιώτα Παρθενίου, μας υποδέχεται με ιδιαίτερη ζεστασιά. Επιλογές για ουζάκι και τσίπουρο πολλές. Το στέκι, όμως, ένα, αυτό της Κυραφροσύνης, δίπλα στη λίμνη.

Ακολούθως και αφού απολαύσαμε με μια σύντομη βόλτα το διαπεραστικό αεράκι στο παραλίμνι κάτω από τη σκιά των πλατάνων, ξεκινάμε ξανά και μέσω Κουτσιελιού ανηφορίζουμε προσεκτικά προς τα Τζουμέρκα. Η διαδρομή όλο σπειροειδείς στροφές με πλούσια βλάστηση, όπου συχνά πυκνά η διέλευση ζώων διακόπτει ευχάριστα την πορεία μας. Άγρια ομορφιά. Μετά από κάμποσα ταξίδια τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, θεωρώ πως ομορφότερα βουνά δεν έχω ξαναματαδεί. Πραγματικά η οροσειρά της Πίνδου σου προκαλεί πρωτόγνωρες συγκινήσεις τόσο με το όγκος των βουνοκορφών της όσο και με τους σχηματισμούς της.

Αργά το μεσημέρι, με τον ήλιο να μεσουρανεί και την πείνα να κόβει το στομάχι, φθάνουμε στο Προσήλιο. Πρώτη στάση η πλατεία με τον υπεραιωνόβιο πλάτανο να δεσπόζει στο κέντρο της. Εκεί και το παλαιό πετρόχτιστο σχολειό όπου στο ισόγειο στεγάζεται το καφενείο. Να σου και ο Χρήστος ο Γούλας με τη γυναίκα του τη Στέλλα και την κόρη τους Κατερίνα επί ποδός από το πρωί για να προλάβουν να είναι όλα στην ώρα τους το βράδυ στο πανηγύρι. Πρώτα ήλθαν τα τσίπουρα για τα καλοσωρίσματα και μετά οι μεζέδες. Μαζί μας κάθεται ο Κώστας Γκόγκος, αλεξιπτωτιστής και βετεράνος μαχών της Κύπρου το ’74, που μόλις είχε φθάσει κι αυτός στο χωριό από την Κέρκυρα.

Με τις πολεμικές ιστορίες και αναμνήσεις του Κώστα Γκόγκου να μην έχουν τελειωμό σηκωθήκαμε από το τραπέζι απόγευμα πια. Μετά από μια γρήγορη επίσκεψη στα σπίτια φίλων και συγγενών, καταλύουμε στον ξενώνα Κάζα Κάλντα (ζεστό σπίτι σημαίνει στα βλάχικα) της Πόπης Μπίτσιου στο Συρράκο, κοντινό βλαχοχώρι στα 7 Km.

Φθάνει το βράδυ. Ο ήχος του κουρδίσματος των οργάνων αντηχεί μέσω των βουνών απ’ άκρη εις άκρον στο χωριό, καλώντας μας στο πανηγύρι. Η βραδιά πολύ όμορφη. Ξαστεριά. Όλο σχεδόν το χωριό παρόν στο γλέντι. Έντονη και η παρουσία της νεολαίας. Η ζυγιά του Μπάμπουρα (κλαρίνο) και του Πόγια (τραγούδι) έτοιμη να ικανοποιήσει και τους πιο απαιτητικούς χορευτάδες. Ξεκίνημα με μοιρολόγι, κάλεσμα ζώντων και τεθνεώτων. Χορός κατά παράδοση ανά φάρες. Οικογένειες Γούλα, Σόγια, Κολοκύθα, Μασούρα, Χάιδα, Γουβιά, Σιούλα, Μπούτζα, κ.α. Το «χαρτί» απαραίτητο μέσο για την καλύτερη απόδοση των οργάνων.

Ξημερώνει Αγια Παρασκευής, 26 του Αλωνάρη, και από νωρίς ετελείτο δοξολογία με συνακόλουθη αρτοκλασία στο ομώνυμο εκκλησάκι. Σύσσωμο το χωριό στη λειτουργία. Μετά το πέρας της ακολουθίας και περιπλανώμενος στο χώρο, στάθηκα μπροστά σε μια μεγάλη εικόνα της Αγίας Παρασκευής, ολόκληρη επενδυμένη με ασήμι, δίπλα στο ψαλτήρι. Πηγαίνοντας πιο κοντά μόλις που διέκρινα την αφιέρωση, που ήταν μαυρισμένη από το χρόνο. Έγραφε: Αφιέρωσις Σπυρίδωνος Ι. Χάιδα 1980. Ήταν του παππού μου, του φανατικού αυτού προσηλιώτη που ποτέ δεν ξέχναγε την ιδιαίτερη πατρίδα του και που το έδειχνε έμπρακτα.

Η ημέρα επέβαλε διαδρομές στα γειτονικά μέρη. Επισκεφθήκαμε το κοντινό Ματσούκι, με τη νεροτριβή και τον αναπαλαιωμένο νερόμυλο, καθώς και την Πράμαντα. Μεσημέρι πια, ο θείος Κωστα-Χάιδας και η κυρά του η κ. Σία μας περίμεναν, μπροστά σε ένα πλουσιοπάροχο τραπέζι. Αφού ξεκουραστήκαμε ανηφορίσαμε το απόγευμα στους Καλαρρύτες, βλαχοχώρι κι αυτό όπως το Συρράκο, γενέτειρα μεγάλων και ξακουστών ανθρώπων, κυρίως αργυροχρυσοχόων.

Πήρε να βραδιάσει και με ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο να μας ακολουθεί στο δρόμο της επιστροφής ήλθαν και οι πρώτες ψιχάλες. Εντούτοις, ανησυχία καμία για το αν θα γινόταν το πανηγύρι. Και αυτή την ημέρα όλοι ήταν συνεπείς στο ραντεβού τους. Πρώτη άνοιξε το χορό, όπως κι εχθές, η νεολαία. Οι χοροί, κυρίως σε ρυθμούς βαριών τσάμικων και συρτών στα δύο ή στα τρία, δονούσαν την πλατεία. Ήλθε και η σειρά μας. Γιαννή Κώστα, Για μια φορά είναι η λεβεντιά, Βλαχοθανάσης, Άρτα, παλιά Ητιά, Μαύρα μου χελιδόνια, ήταν τα τραγούδια που «πήρα» εγώ κι ο Αντώνης, ο μεγαλύτερος αδελφός μου.

Την επόμενη ημέρα το πρωί και με την καθιερωμένη λαϊκή συνέλευση να βρίσκεται σε εξέλιξη στο καφενείο του χωριού, βρίσκω την ευκαιρία να περιδιαβώ το χωριό, κατηφορίζοντας στο εκκλησάκι της Παναγίτσας, στον παλαιό μύλο, καθώς και στο όμορφο ξενοδοχείο που με τις ευλογίες όλων των προσηλιωτών μπαίνει στο τελευταίο στάδιο περάτωσής του.

«Καιρός να πηγαίνουμε, αρκετά, αύριο πιάνεις δουλειά» ακούγεται βροντερή από μακριά η φωνή του Αντώνη. Αφού αποχαιρετίσαμε συγγενείς και φίλους πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

Αγια Παρασκευής στο φιλόξενο Προσήλιο…...

 

 


ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΟΓΙΑ
δυο  χρονια  σημερα , στο  γιομα  της  πρωτομαγιας , εφυγε  μεσ  απ  τα
        χερια  μου  η  ψυχη  του  καλλιτερου  πατερα  του  κοσμου , εμειν  εκεινος
        μεσ  την  ψυχη  μου

 

 


                                στο  σταυρωμα  του  μεσημεριου
                                χτυπησα  την  καμπανα  μεσ  τη  σιωπη
                                ψηλα  στη  ραχη  του  βουνου
                                δεκαοχταχρονο  παιδι
                                μονα , διπλα
                                χαρμοσυνα , πενθιμα
                                παιδικα , αγνωρα

                                ταραξα  τη  φυση
                                γελουσε , ρωτουσε , χαιροταν
                                αταραχες  οι  σκιες  των  ανθρωπων
                                τι  θορυβος ! κοσμοχαλασια !
                                βροντερη  ηχω  η  φωνη  του  πατερα  μου
                                μαγικο  φτερουγισμα  το  γυρισμα  της  μνημης
                                "  αφηστε  τους  νεους
                                   χαλανε  τον  κοσμο  μας
                                   φτιαχνουν  τον  κοσμο "
                                ..............................................
                                μπορω  και  κλαιω - ειμαι  καλα
                                συνειδητα  δεκαοχταχρονος
                                ακολουθω  την  καρδια  μου -  ειμαι  καλα
                                διαχρονικα  νεοκοπος
                                τυχερος   που  σε  λαχταρω - ειμαι  καλα
                                αιωνια  εφηφος 
ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΟΓΙΑΣ


Παρακάτω δημοσιεύουμε επιστολή που μας απέστειλε ο συγχωριανός μας κ. Γκογκος Κωνσταντίνος.


"Κέρκυρα τη 16 Ιουνίου 2011
Αγαπητέ κ. Βλάση, εύχομαι η επιστολή μου σας βρίσκει όλους καλά, τους χαιρετισμούς μου στον πρόεδρο του Συλλόγου και σε όλα τα μέλη, σε όλους τους συγχωριανούς, γνωστούς και αγνώστους, νέους και ηλικιωμένους.
Θα χαρώ και εγώ να γίνω μέλος του Συλλόγου, και όποτε μπορώ να είμαι κοντά σας.
Ονομάζομαι Γκόγκος Κωνσταντίνος και είμαι εγγονός του Δασκάλου Κωνσταντίνου Δημόκα. Από τα μικρά μου χρόνια, και μέχρι 20 ετών, κάθε καλοκαίρι μέναμε μόνιμα στο χωριό.
Μετά πήγα στο στρατό όπου υπηρέτησα στις Ειδικές Δυνάμεις Καταδρομών σας Υπαξιωματικός Αλεξιπτωτιστής στην Α' Μοίρα Καταδρομών Μάλεμε (Χανιά). Τον Ιούλιο του 1974 με τα γεγονότα στη Κύπρο η Α' Μοίρα την νύκτα 21/22 με αεροπλάνα τύπου ΝΟΡ-ΑΤΛΑΣ πήγε στη Κύπρο.
Έλαβα μέρος σε μάχες με Τούρκους εισβολείς, όπου στον Β' Αττίλα ετραυματίσθηκα, ύστερα από ανατίναξης τουρκικών αρμάτων από τροχιοδεικτικά βλήματα (ευτυχώς ελαφρά).
Το 75' πήγα στην Αστυνομία όπου υπηρέτησα 30 χρόνια όλα στη δίωξη Ναρκωτικών της Κέρκυρας.
Στην Αθήνα έχουμε κάνει Σύλλογο ο οποίος ονομάζεται ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΟΜΜΑΝΤΟΣ 74' (Σας στέλνω ημερολόγια). Εγώ παίρνω μέρος σε όλες τις παρελάσεις που γίνονται στην Ελλάδα σημαιοφόρος, σας στέλνω φωτογραφία από τη παρέλαση της 21ης Φεβρουαρίου για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Είμαι Πρόεδρος Λ.Ε.Δ. Νομού Κέρκυρας.
Σας στέλνω φωτογραφία κειμήλιο της οικογένειας Δημόκα Κωνσταντίνου (παππού μου) και ένα βιβλιαρίδιό του με την ιστορία του χωριού, όπως ήταν τότε και όπως την έβλεπε αυτός με την ιστορία του χωριού μετά το πόλεμο.

Με Εκτίμηση για το έργο που κάνετε
Γκόγκος Κωνσταντίνος"

Κέρκυρα 12 Μαρτίου 2012
Επιστολή

Σήμερα είναι Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012. Έχω να πάω στα Γιάννενα, είναι η κοπή πίτας από το "ΣΥΛΛΟΓΟ ΠΡΟΣΗΛΙΩΤΩΝ" στο κέντρο Καρβούνης στην Ελεούσα.
Παίρνοντας το καράβι και φτάνοντας στην Ηγουμενίτσα οδικώς μέσω Εγνατίας Οδού, και βγαίνοντας από τη σήραγγα Δωδώνης, αντίκρισα την όμορφη πόλη των Ιωαννίνων, ψηλά το χιονισμένο Μιτσικέλι, παραδίπλα χιονισμένο το Μεγάλο Περιστέρι, και στο βάθος δεξιά η απόκρημνη κορυφή χιονισμένη η "ΣΤΡΟΓΓΟΥΛΑ".
Το απόγευμα της ίδιας μέρας έφτασαν στα Γιάννενα τα αδέρφια Αλέξανδρος και Αντώνης Χάιδας με την μητέρα τους κ. Τζένη από τη Πάτρα. Συναντηθήκαμε στο ρολόι στην κεντρική πλατεία, τακτοποίηση στο ξενοδοχείο και ξεκούραση μετά το κουραστικό ταξίδι τους.
Το βράδυ στις 20:30 ξεκινήσαμε όλοι μαζί για το κέντρο. Φτάνοντας στην είσοδο μας υποδέχτηκαν τα παιδιά του Δ.Σ. του Συλλόγου, χαιρετίσαμε και καθίσαμε στο τραπέζι. Σιγά σιγά ερχόταν και οι χωριανοί μας και το γλέντι άναψε με πλούσιο φαγοπότι και χορό μέχρι πρωίας.
Τα πέρασα θαυμάσια, και του χρόνου.
Συγχαρητήρια στα παιδιά του Δ.Σ. του Συλλόγου για την επιτυχία αυτής της εκδήλωσης, και του χρόνου.
"Ραντεβού στο πανηγύρι στις 26 Ιουλίου της Αγίας Παρασκευής"

Με εκτίμηση ΓΚΟΓΚΟΣ ΚΩΣΤΑΣ